Συχνουρία

Τί είναι η συχνουρία;

Συχνουρία ονομάζεται η πολύ συχνή και επιτακτική ανάγκη για ούρηση μικρού όγκου ούρων κατά τη διάρκεια της ημέρας. Συχνουρία θεωρούμε ότι υπάρχει όταν ένα άτομο ουρεί πάνω από 8 φορές την ημέρα. Η συχνή ούρηση, πάνω από 2 φορές, κατά τη διάρκεια της νύκτας καλείται νυκτουρία.

Η συχνουρία πολλές φορές συγχέεται με την πολυουρία, όπου η ούρηση είναι μεν συχνή, αλλά συνοδεύεται από αποβολή μεγάλου όγκου ούρων. Πολυουρία εμφανίζεται όταν καταναλώνονται πάρα πολλά υγρά, στο σακχαρώδη διαβήτη αλλά και λόγω λήψης διουρητικών φαρμάκων για την υπέρταση και την καρδιακή ανεπάρκεια.

 

Πού μπορεί να οφείλεται;

Η πιο συνηθισμένη αιτία συχνουρίας είναι η ουρολοίμωξη, δηλαδή η μικροβιακή μόλυνση του ουροποιητικού συστήματος. Η νόσος εκδηλώνεται κατά κύριο λόγο σε νέες και σεξουαλικά δραστήριες γυναίκες. Στην ουρολοίμωξη συνήθως συνυπάρχει πόνος ή κάψιμο κατά την ούρηση, θολά και δύσοσμα ούρα, πόνος χαμηλά στην κοιλιά, ελαφρύς πυρετός ή και αίμα στα ούρα. Σε κάποιες γυναίκες υπάρχουν παρόμοια συμπτώματα και επίμονος πόνος στην κύστη, χωρίς όμως να ανευρίσκονται μικρόβια. Η κατάσταση αυτή ονομάζεται διάμεση κυστίτιδα ή σύνδρομο της επώδυνης κύστης και αποτελεί μια αινιγματική, όσο και περίπλοκη νόσο.

Συχνουρία εμφανίζεται και στην εγκυμοσύνη, λόγω της πίεσης που ασκεί στην ουροδόχο κύστη το αναπτυσσόμενο έμβρυο. Γι’ αυτό το λόγο καλό είναι σε κάθε νέα γυναίκα με συχνουρία να γίνεται ερώτηση ή και έλεγχος για πιθανή εγκυμοσύνη, ιδίως πριν χορηγηθεί φαρμακευτική αγωγή.

Στους νεαρούς άνδρες η συχνουρία αποτελεί τυπικό σύμπτωμα της προστατίτιδας, δηλαδή της φλεγμονής του προστάτη αδένα. Βεβαίως δεν είναι και η μοναδική ενόχληση, καθότι μπορεί να συνοδεύεται από πόνο στο περίνεο, την κάτω κοιλιά ή τους όρχεις, κάψιμο στο τέλος της ούρησης, δυσκολία στην ούρηση, ενόχληση ή αίμα στην εκσπερμάτιση, έκκριμα από την ουρήθρα και προβλήματα στη στύση.

Μια ακόμη συνηθέστατη αιτία συχνουρίας είναι η καλοήθης υπερπλασία του προστάτη, που τυπικά εκδηλώνεται σε άνδρες ηλικίας άνω των 50 ετών. Η διόγκωση του προστάτη αδένα δυσκολεύει την έξοδο των ούρων και αναγκάζει την ουροδόχο κύστη να συσπάται πιο έντονα, με αποτέλεσμα να δυσκολεύεται να αποθηκεύσει τα ούρα για πολύ ώρα. Η συχνουρία επιδεινώνεται και από την κατακράτηση ούρων μετά την ούρηση, οπότε η κύστη είναι συνεχώς γεμάτη με ούρα.

Η συχνουρία αποτελεί ένα από τα πιο χαρακτηριστικά συμπτώματα της υπερδραστήριας ουροδόχου κύστης. Η κατάσταση αφορά συνήθως γυναίκες μέσης και μεγάλης ηλικίας, συνήθως σε εμμηνόπαυση, και συχνά συνοδεύεται από απώλεια ούρων (επιτακτικού τύπου ακράτεια) και νυκτουρία.

Παροξυσμική συχνουρία μπορεί να εκδηλωθεί και στη λιθίαση του κατώτερου ουρητήρα ή της κύστης. Αυτό συμβαίνει γιατί η πέτρα βρίσκεται πολύ κοντά στην ουροδόχο κύστη και ερεθίζει το τοίχωμά της. Συνήθως προηγείται ισχυρός κωλικός του νεφρού και συνυπάρχει μακροσκοπική αιματουρία.

Από συχνουρία ταλαιπωρούνται και ασθενείς που πάσχουν από νευρολογικά νοσήματα, διότι έχει βλαφθεί ο μηχανισμός ελέγχου της ούρησης. Οι πιο χαρακτηριστικές παθήσεις είναι η σκλήρυνση κατά πλάκας (πολλαπλή σκλήρυνση), η νόσος του Parkinson, κακώσεις και όγκοι του νωτιαίου μυελού, η άνοια και τα αγγειακά εγκεφαλικά επεισόδια.

Συχνουρία και επιτακτικότητα συναντούμε επίσης σε άτομα που πάσχουν από ψυχώσεις, καθώς και σε άλλες ψυχικές παθήσεις. Τα φάρμακα που χορηγούνται για την αντιμετώπιση των ψυχικών παθήσεων (αντιψυχωσικά, αντικαταθλιπτικά) μπορεί να επιδεινώσουν προϋπάρχοντα προβλήματα ούρησης, οπότε πρέπει να χορηγούνται με προσοχή.

Πιο σπάνια, συχνουρία μπορεί να προκληθεί και από τον καρκίνο της ουροδόχου κύστης ή της ουρήθρας, ιδίως το λεγόμενο καρκίνωμα in situ. Οι ασθενείς με καρκίνο του ουροποιητικού είναι κατά κανόνα άτομα μέσης και μεγάλης ηλικίας και σχεδόν πάντα εμφανίζουν και αιματουρία είτε μακροσκοπική, είτε μικροσκοπική.

Η συχνουρία μπορεί να εμφανιστεί με έντονη μορφή σε έχουν υποβληθεί σε ακτινοθεραπεία στην ελάσσονα πύελο για την αντιμετώπιση είτε του καρκίνου της ουροδόχου κύστης, του προστάτη ή του παχέος εντέρου. Η αιτία της συχνουρίας είναι ο ερεθισμός του τοιχώματος της κύστης από την ακτινοβολία (μετακτινική κυστίτιδα).

 

Πώς γίνεται η διάγνωση;

Η διαφορική διάγνωση της συχνουρίας απαιτεί προσεκτική και ενδελεχή εξέταση από τον Ουρολόγο. Δεν είναι πάντοτε εύκολο να αποκαλυφθεί η αιτία του συμπτώματος, ιδίως αν συνυπάρχουν πολλά προβλήματα υγείας.

Η λήψη αναλυτικού ιστορικού και η λεπτομερής κλινική εξέταση είναι καθοριστικής σημασίας. Απαραίτητη είναι επίσης η χρήση του λεγόμενου ημερολογίου ούρησης, όπου ο ασθενής καταγράφει με αντικειμενικό τρόπο τις συνήθειες ούρησής του. Ο απεικονιστικός έλεγχος με υπερηχογράφημα ουροποιητικού είναι απαραίτητος σε κάθε περίπτωση, όπως επίσης και ο εργαστηριακός έλεγχος των ούρων (γενική ούρων, καλλιέργεια ούρων, κυτταρολογική εξέταση) και του αίματος. Σε περιπτώσεις ελέγχου για σεξουαλικώς μεταδιδόμενα νοσήματα μπορεί να απαιτηθεί και η μικροβιολογική εξέταση του σπέρματος, καθώς και δείγματος προστατικού, ουρηθρικού ή κολπικού υγρού.

Ο έλεγχος με αξονική τομογραφία, καθώς και ο ενδοσκοπικός έλεγχος της κύστης (κυστεοσκόπηση) μπορεί να βοηθήσουν σε περιπτώσεις λιθιάσεων ή υπόνοιας καρκίνου της ουροδόχου κύστης. Ο ουροδυναμικός έλεγχος (κυστεομανομετρία) είναι μια ειδική εξέταση που μπορεί να συμβάλει στην ακριβέστερη διάγνωση ασθενών με νευρολογικά νοσήματα ή επίμονα συμπτώματα που δεν υποχωρούν με τη θεραπεία.

 

Πώς γίνεται η θεραπεία;

Η θεραπευτική αντιμετώπιση της συχνουρίας οφείλει να είναι τόσο συμπτωματική, όσο και αιτιολογική. Καταρχήν, συστήνονται αλλαγές στην καθημερινότητα του ασθενή (ρύθμιση πρόσληψης υγρών, επανεκπαίδευση της κύστης), αύξηση της σωματικής δραστηριότητας, καθώς και διαιτητικές παρεμβάσεις (αποφυγή αλκοόλ, καφέ, σοκολάτας, καυτερών και πικάντικων τροφών κ.α.). Κατά περίπτωση χορηγούνται φαρμακευτικές ουσίες ανάλογα με το υποκείμενο αίτιο, ενώ μπορεί να συσταθούν και επεμβατικές πράξεις (π.χ. διαστολές ουρήθρας, ενδοκυστική έγχυση αλλαντικής τοξίνης) ή και χειρουργείο (π.χ. διουρηθρική εκτομή του προστάτη ή όγκων κύστης). Συχνά, η αγωγή είναι μακρά και η κλινική ανταπόκριση  του ασθενή επανεκτιμάται τακτικά.

Είναι σημαντικό να τονιστεί ότι ο Ουρολόγος είναι ο ειδικός ιατρός που πρέπει να αναλαμβάνει τη διαχείριση του προβλήματος της συχνουρίας, ιδίως όταν τα συμπτώματα επιμένουν ή επιδεινώνονται. Η τυφλή χορήγηση φαρμάκων από ιατρούς άλλης ειδικότητας είναι μια εσφαλμένη πρακτική που μπορεί, αντί να βελτιώσει, να επιδεινώσει το υφιστάμενο πρόβλημα και να ταλαιπωρήσει άσκοπα τον/την ασθενή.