Κυστίτιδα

Ο όρος κυστίτιδα αναφέρεται στη φλεγμονή της ουροδόχου κύστης, η οποία συνήθως είναι αποτέλεσμα λοίμωξης από κάποιον παθογόνο μικροοργανισμό. Πρόκειται για τη συνηθέστερη μορφή ουρολοίμωξης, που προσβάλλει συχνότερα γυναίκες νεαρής ηλικίας. Τα μικρόβια που μπορεί να προκαλέσουν κυστίτιδα είναι το κολοβακτηρίδιο (Escherichia coli), που είναι και το συνηθέστερο, ο εντερόκοκκος (Enterococcus faecalis), ο πρωτέας (Proteus mirabilis), η κλεμπσιέλλα (Klebsiella pneumoniae), η ψευδομονάδα (Pseudomonas aeruginosa) κ.α.

Μια ήπια κυστίτιδα μπορεί να υποχωρήσει από μόνη της μέσα σε χρονικό διάστημα λίγων ημερών. Ωστόσο, τις περισσότερες φορές το άτομο θα χρειαστεί θεραπεία. Ένα μικρό ποσοστό ασθενών είναι πιθανό να προσβάλλεται συχνά από κυστίτιδες (υποτροπιάζουσα ουρολοίμωξη), οπότε και η αντιμετώπιση χρειάζεται ιδιαίτερη προσοχή και εμπειρία.

Η κυστίτιδα, σε ορισμένες περιπτώσεις, μπορεί να επιπλακεί από πιο σοβαρές καταστάσεις, όπως είναι η λοίμωξη των νεφρών (πυελονεφρίτιδα). Για το λόγο αυτό, μια εμμένουσα ή υποτροπιάζουσα κυστίτιδα θα πρέπει να αξιολογείται από εξειδικευμένο Ουρολόγο – Ανδρολόγο, με σκοπό τη σωστή θεραπεία και την αποφυγή επιπλοκών.

Κυστίτιδα – Πώς προκαλείται;

Η κυστίτιδα οφείλεται σε βακτήρια εντερικής ή κολπικής προέλευσης που εισχωρούν στην ουροδόχο κύστη μέσω της ουρήθρας.

Κάποιες φορές, τα αίτια που οδηγούν στην ανάπτυξη κυστίτιδας δε μπορούν να αποσαφηνιστούν. Εντούτοις, υπάρχουν ποικίλοι παράγοντες που αυξάνουν τον κίνδυνο. Αυτοί έχουν ως εξής:

  • Έντονη σεξουαλική ζωή.
  • Ανθυγιεινές σεξουαλικές πρακτικές (σεξ κατά την περίοδο, εναλλαγή πρωκτικού και κολπικού σεξ, χρήση ακάθαρτων σεξουαλικών βοηθημάτων).
  • Χρήση αντισυλληπτικών μέσων (χάπια, διάφραγμα).
  • Ατροφία κόλπου (ατροφική κολπίτιδα) και μεθεμμηνοπαυσιακές αλλοιώσεις.
  • Πρόπτωση κύστης ή εντέρου (κυστεοκήλη, ορθοκήλη).
  • Σακχαρώδης διαβήτης και άλλα χρόνια νοσήματα (χρόνια νεφρική ανεπάρκεια, ηπατοπάθειες κ.α.).
  • Προχωρημένη ηλικία.
  • Κατάκλιση και χρήση απορροφητικών υλικών (πανών).
  • Χρήση ταμπόν.
  • Τοποθέτηση ουροκαθετήρα ή ενδοσκοπικοί χειρισμοί (κυστεοσκόπηση).
  • Συγγενείς ανωμαλίες του ουροποιητικού συστήματος.

Η συχνότητα της κυστίτιδας είναι μεγαλύτερη στις γυναίκες σε σχέση με τους άνδρες. Αυτό σχετίζεται με ανατομικούς παράγοντες, καθώς η στενή γειτνίαση κόλπου και πρωκτού, αλλά και το μικρό μήκος της γυναικείας ουρήθρας (μόλις 5 εκατοστά) κάνουν ευκολότερη την πρόσβαση στα βακτήρια.

Κυστίτιδα – Συμπτώματα

Η κυστίτιδα εκδηλώνεται με θορυβώδη συμπτώματα, όπως:

  • Έντονη και επιτακτική ανάγκη για ούρηση.
  • Αίσθηση καύσου και πόνου κατά τη διάρκεια της ούρησης, ιδίως προς το τέλος αυτής (στραγγουρία).
  • Συχνουρία, δηλαδή συχνή αποβολή μικρής ποσότητας ούρων.
  • Αιματουρία (αίμα στα ούρα).
  • Θολά, δύσοσμα ούρα.
  • Υπερηβικός πόνος και δυσφορία.
  • Αίσθημα πίεσης στα γεννητικά όργανα.
  • Αίσθημα βάρους στα νεφρά.
  • Δεκατική πυρετική κίνηση (όχι πάνω από 38°C).

Πώς πραγματοποιείται η διάγνωση της κυστίτιδας;

Η διάγνωση της κυστίτιδας τίθεται από Ουρολόγο – Ανδρολόγο, ο οποίος βασίζεται στο ιστορικό του ασθενούς, την κλινική εξέταση, το υπερηχογράφημα νεφρών και ουροδόχου κύστης, κυρίως όμως στην ανάλυση των ούρων. Η ανάλυση ούρων περιλαμβάνει τη γενική εξέταση και την καλλιέργεια των ούρων. Στη γενική εξέταση ούρων διαπιστώνεται αύξηση των πυοσφαιρίων (πυουρία) καθώς επίσης και θετική αντίδραση νιτρωδών, ενώ συχνά υπάρχει αύξηση και των ερυθρών αιμοσφαιρίων. Στην καλλιέργεια προσδιορίζεται ο τύπος του υπεύθυνου μικροβίου, ενώ με το αντιβιόγραμμα (τεστ ευαισθησίας) διαπιστώνεται ποια αντιβιοτικά είναι καταλληλότερα για την εκρίζωση της λοίμωξης.

Ποια είναι η θεραπεία της κυστίτιδας;

Η θεραπεία συνίσταται στη χορήγηση από το στόμα αντιβιοτικής αγωγής με σκοπό την εξάλειψη της μικροβιακής λοίμωξης. Συνήθως η αγωγή διαρκεί λίγες μέρες (5-7) και σε πρώτη φάση περιλαμβάνει μια κεφαλοσπορίνη ή άλλα απλά αντιβιοτικά (π.χ. φωσφομυκίνη, τριμεθοπρίμη-σουλφαμεθοξαζόλη, νιτροφουραντοΐνη). Εάν, τα συμπτώματα επιμένουν ή εξακολουθούν να υπάρχουν ευρήματα στην ανάλυση ούρων, είναι πιθανό να χρειαστεί συνέχιση της αντιβιοτικής αγωγής με ισχυρότερα αντιβιοτικά (π.χ. κινολόνες ή ενέσιμα).
Κάποιες πρακτικές συμβουλές και οδηγίες μπορούν να βοηθήσουν στη γρηγορότερη απαλλαγή από τα συμπτώματα, αλλά και την πρόληψη των υποτροπών. Αυτές είναι:

  • Κατανάλωση άφθονης ποσότητας νερού (2 λίτρα ημερησίως).
  • Διακοπή αλκοόλ, καφέ και ερεθιστικών ροφημάτων και τροφών (σοκολάτα, καυτερά, πικάντικα, ξινά).
  • Αποφυγή της αναβολής της ούρησης.
  • Αποφυγή της σεξουαλικής επαφής όσο διαρκεί η θεραπεία.
  • Ανάπαυση και ξεκούραστος ύπνος.
  • Καλή διατροφή.
  • Κατανάλωση προβιοτικών για προστασία του εντέρου.
  • Κατανάλωση συμπληρωμάτων με βάση τα cranberries (να αποφεύγεται ο χυμός).

 

ΚΑΛΕΣΤΕ ΜΑΣ
ΚΛΕΙΣΤΕ ΡΑΝΤΕΒΟΥ