Υπερπλασία του προστάτη

Τί είναι; Η καλοήθης υπερπλασία του προστάτη είναι η διόγκωση του προστάτη αδένα που οφείλεται στην αύξηση και ανάπτυξη των αδενίων του προστάτη (αδένωμα), λόγω προόδου της ηλικίας. Η κατάσταση αυτή είναι ιδιαίτερα συχνή στους άνδρες άνω των 60 ετών, σε ποσοστό που κυμαίνεται γύρω στο 35%. Πώς εκδηλώνεται; Τα συμπτώματα της πάθησης εγκαθίστανται σταδιακά, γι'αυτό άλλωστε πολλοί τα εκλαμβάνουν ως “φυσιολογικό” φαινόμενο που σχετίζεται με τη γήρανση. Τα κυρίαρχα ενοχλήματα είναι: συχνουρία, αφύπνιση τη νύκτα για ούρηση (νυκτουρία), απότομη και επείγουσα ανάγκη για ούρηση (επιτακτικότητα) με ενδεχόμενη απώλεια ούρων (ακράτεια), αίσθημα ατελούς αδειάσματος της κύστης (κατακράτηση ούρων), αδύναμη και διακοπτόμενη ροή των ούρων. Σπανιότερα μπορεί να εμφανιστούν κάψιμο κατά την ούρηση, ιδίως αν συνυπάρχει ουρολοίμωξη, αίμα στα ούρα ή πλήρης αδυναμία ούρησης και πόνος στην κοιλιά, λόγω συσσώρευσης ούρων στην κύστη (επίσχεση ούρων). Σε επιπλεγμένες περιπτώσεις μπορεί επίσης να αναπτυχθούν πέτρες στην ουροχόχο κύστη ή και νεφρική βλάβη (αποφρακτική ουροπάθεια). Πού οφείλεται; Η αλήθεια είναι ότι δε γνωρίζουμε επακριβώς. Θεωρούμε ότι η υπερπλασία του προστάτη σχετίζεται με αύξηση της ευαισθησίας των αδενικών κυττάρων του προστάτη στην επίδραση των ανδρογόνων (τεστοστερόνη) με ταυτόχρονη ελάττωση του προγραμματισμένου τερματισμού του κύκλου ζωής των κυττάρων αυτών (απόπτωση). Το αποτέλεσμα είναι τα αδενικά κύτταρα να πολλαπλασιάζονται υπέρμετρα (αδενική υπερπλασία). Φαίνεται όμως ότι και το στρώμα του προστάτη, που αποτελείται από ινώδη και μυϊκά κύτταρα, υπερπλάσσεται επίσης (στρωματική υπερπλασία). Η διαδικασία αυτή φαίνεται ότι τελεί υπό την επίδραση αυξητικών παραγόντων (EGF). Η ανατομική περιοχή του προστάτη που πρώτη διογκώνεται είναι αυτή που περιβάλλει την ουρήθρα (περιουρηθρική ζώνη), ενώ στη συνέχεια επεκτείνεται και στη γύρω περιοχή (μεταβατική ζώνη). Πώς γίνεται η διάγνωση; Η διάγνωση της πάθησης στηρίζεται καταρχήν στη λήψη καλού ιστορικού, που κατευθύνει τη σκέψη του γιατρού αλλά και ποσοτικοποιεί τη βαρύτητα των συμπτωμάτων. Για το σκοπό αυτό χρησιμοποιούνται ειδικά ερωτηματολόγια, όπως ο Διεθνής Δείκτης Συμπτωμάτων του Προστάτη (IPSS). Η αντικειμενική εκτίμηση της βαρύτητας των συμπτωμάτων σκοπό έχει να κατευθύνει στην επιλογή της καταλληλότερης θεραπείας και την αποφυγή άσκοπης ταλαιπωρίας του ασθενή. Απαραίτητη είναι επίσης η λεπτομερής κλινική εξέταση του ασθενή και ιδιαίτερα η δακτυλική εξέταση του προστάτη. Η εξέταση αυτή, μολονότι όχι ιδιαίτερα ευχάριστη για τον άνδρα, είναι αναγκαία για να να εκτιμηθεί αδρά η υφή και το μέγεθος του προστάτη και να αναγνωριστούν τυχόν ύποπτες για καρκίνο περιοχές. Το υπερηχογράφημα του προστάτη, είτε διακοιλιακό, είτε διορθικό (προτιμότερο) βοηθά επίσης τη διάγνωση, διότι απεικονίζει το όργανο ευκρινώς, μας πληροφορεί για τις ακριβείς του διαστάσεις και την παρουσία διόγκωσης, ανωμαλιών, επασβεστώσεων ή ύποπτων εστιών, καθώς και για την κατάσταση των σπερματοδόχων κύστεων. Αυτές βρίσκονται πάνω και πίσω από τον προστάτη και συμμετέχουν στην παραγωγή του προστατικού υγρού. Ο υπερηχογραφικός έλεγχος θα πρέπει επίσης να περιλαμβάνει τον έλεγχο των νεφρών και της κύστης προ και μετά την ούρηση για την πληρέστερη κατανόηση της λειτουργικότητας του ουροποιητικού συστήματος. Ο ασθενής θα πρέπει να υποβάλλεται σε εργαστηριακές εξετάσεις που σκοπό έχουν την εκτίμηση των ούρων (γενική ούρων) και τον έλεγχο της νεφρικής λειτουργίας (ουρία και κρεατινίνη ορού). Σημαντικός θεωρείται ακόμη ο έλεγχος του προστατικού ειδικού αντιγόνου (PSA) στον ορό του αίματος, συνεκτιμώμενο ως προς το μέγεθος του προστάτη (PSAD). Περισσότερες πληροφορίες παρέχονται στο σχετικό τμήμα. Η ουροροομετρία, δηλαδή η αντικειμενική μέτρηση της ροής των ούρων με ειδικό μηχάνημα, μπορεί να παράσχει σημαντικές πληροφορίες σχετικά με το βαθμό της απόφραξης. Αν ο ασθενής είναι κάτω των 50 ετών ή πάσχει από νευρολογικό νόσημα μπορεί να χρειαστεί και ουροδυναμικός έλεγχος, όπου με τη βοήθεια μανομετρικών καθετήρων μπορεί να καταγραφεί η ροή των ούρων σε συνάρτηση με τις πιέσεις που αναπτύσσονται στην κύστη (μελέτη πίεσης-ροής). Ο ενδοσκοπικός έλεγχος (ουρηθροκυστεοσκόπηση) δεν είναι πάντοτε απαραίτητος, παρά μόνο σε περιπτώσεις αιματουρίας και όπου ο γιατρός υποψιάζεται άλλη αιτία απόφραξης (π.χ. βαλβίδες, στένωμα ουρήθρας κ.λ.π.) Πώς θεραπεύεται; Στα πρώτα στάδια της νόσου η αντιμετώπιση είναι συντηρητική. Εάν τα συμπτώματα είναι πολύ ήπια είναι δυνατόν να επιλεγεί η τακτική της προσεκτικής παρακολούθησης ανά τακτά χρονικά διαστήματα ή να χορηγηθούν ήπια σκευάσματα φυτικής προέλευσης, όπως η serenoa repens (Libeprosta), το pygeum africanum (Tadenan) και το saw palmetto. Κατά την εξέλιξη της νόσου συνήθως τίθεται ένας α-αδρενεργικός αποκλειστής, όπως η τεραζοσίνη (Hytrin), δοξαζοσίνη (Maguran), αλφουζοσίνη (Xatral) και ταμσουλοσίνη (Omnic). Τα φάρμακα αυτά επιδρούν κυρίως στη ροή των ούρων και μάλιστα εντός 2 εβδομάδων. Κυριότερες παρενέργειες η υπόταση και η διαταραχές εκσπερμάτισης. Αν το μέγεθος του προστάτη είναι μεγάλο, τότε προστίθενται και αναστολείς του ενζύμου 5-α ρεδουκτάση, όπως φιναστερίδη (Proscar) και δουταστερίδη (Avodart). Τα φάρμακα αυτά μικραίνουν τον όγκο του προστάτη έως και 30% σε χρονικό διάστημα 6 μηνών. Παρενέργειες η ελάττωση της libido και η στυτική δυσλειτουργία. Σε περιπτώσεις όπου τα συμπτώματα ταλαιπωρούν ιδιαίτερα τον ασθενή χωρίς φαρμακευτική ανταπόκριση, σε λιθίαση της κύστης, μαζική αιματουρία, επανειλημμένες ουρολομώξεις και νεφρική βλάβη επιλέγεται κάποια χειρουργική θεραπεία. Η διουρηθρική προστατεκτομή (TURP) θεωρείται ο χρυσός κανόνας στους περισσότερους ασθενείς. Τελευταία χρησιμοποιείται η laser προστατεκτομή και η θεραπεία με μικροκύματα (TUMT). Σε μεγαλύτερα αδενώματα χρησιμοποιείται η ανοικτή προστατεκτομή.

Τελευταία άρθρα από τον/την Dr. Ιωάννης Α. Ζούμπος, MD, PhD, FEBU. Χειρουργός Ουρολόγος Ανδρολόγος Θεσσαλονίκη

Περισσότερα σε αυτή την κατηγορία: « Υδροκήλη Ακράτεια ούρων »

Η ιστοσελίδα χρησιμοποιεί cookies για την ευκολία της περιήγησης.

____

Το κατάλαβα.