Χρόνια προστατίτιδα

Τί είναι;
Ο όρος "χρόνια προστατίτιδα" περικλείει μια πλειάδα συνδρόμων που εκλύονται λόγω φλεγμονής του προστάτη αδένα, αλλά σχετίζονται στενά και με δυσλειτουργικά φαινόμενα των ανατομικών δομών που συγκροτούν το "πυελικό έδαφος". Οι σχηματισμοί αυτοί είναι μυοσκελετικές δομές (μυς, περιτονίες), αγγεία και νεύρα που έρχονται σε στενή επαφή και αλληλεπιδρούν με τον προστάτη. Υπάρχουν 2 τύποι χρόνιας προστατίτιδας: η μικροβιακή (τύπος ΙΙ κατά NIH) και η μη μικροβιακή, με στοιχεία φλεγμονής στο προστατικό υγρό ή το σπέρμα ή τα ούρα μετά μάλλαξη προστάτη (τύπος ΙΙΙΑ), καθώς και χωρίς στοιχεία φλεγμονής (τύπος ΙΙΙΒ). Ο τύπος ΙΙΙ θεωρείται και ο συχνότερος στο γενικό πληθυσμό. Οι υπόλοιποι τύποι κατά NIH είναι η οξεία, εμπύρετη προστατίτιδα (τύπος Ι) και η ασυμπτωματική προστατίτιδα (τύπος ΙV) που ανευρίσκεται σε ιστοπαθολογικά παρασκευάσματα.

Πώς εκδηλώνεται;
Η κατάσταση αυτή μπορεί να εκδηλωθεί με ποικίλους τρόπους. Τα συμπτώματα περιλαμβάνουν ενοχλήσεις από το ουροποιητικό, όπως συχνουρία, αίσθημα ατελούς αδειάσματος της κύστης, κάψιμο ή φαγούρα στην ουρήθρα, δυσχέρεια στην ούρηση, καθώς και ακαθόριστο πόνο στην κατώτερη κοιλιά, τους όρχεις, το περίνεο, την εσωτερική πλευρά των μηρών ή και τη ράχη. Για να θεωρηθεί ο πυελικός πόνος ως χρόνιος θα πρέπει να διατρέχει για διάστημα 3-6 μηνών. Σε ορισμένους ασθενείς παρατηρείται μια μόνιμη ενόχληση ή πόνος κατά την εκσπερμάτιση, αίμα στο σπέρμα (αιμοσπερμία), δυσάρεστη οσμή, αλλοιωμένο χρώμα ή κροκυδώσεις του σπέρματος (εικόνα “ζελέ”), πρόωρη εκσπερμάτιση ή και στυτική δυσλειτουργία.
Σημειώνεται ότι σε ένα σημαντικό ποσοστό των ασθενών τα συμπτώματα είναι πολύ ελαφρά έως ανύπαρκτα. Εδώ η ανακάλυψη της νόσου πιθανόν να είναι τυχαία στα πλαίσια διερεύνησης που διενεργείται για άλλους λόγους π.χ. λόγω στυτικής δυσλειτουργίας ή υπογονιμότητας.
Σε αρκετούς ασθενείς η φλεγμονή του προστάτη διαπιστώνεται σε ιστοπαθολογικά παρασκευάσματα μετά από βιοψία προστάτη ή διουρηθρική προστατεκτομή λόγω καλοήθους υπερπλασίας του προστάτη.

Πού οφείλεται;
Πιστεύουμε ότι η εγκατάσταση και πολλαπλασιασμός εντός του προστάτη μικροβιακών στελεχών πυροδοτεί τη φλεγμονή, η οποία συχνά εξελίσσεται με ήπιο τρόπο και μεταπίπτει σε χρόνια κατάσταση. Όπως χαρακτηριστικά λέγεται, τα μικρόβια είναι "το φυτίλι που ανάβει τη βόμβα". Τα μικρόβια είναι είτε εντερικής προέλευσης (κολοβακτηρίδιο, εντερόκοκκος, πρωτέας, κλεμπσιέλλα, διάφορα αναερόβια), είτε άτυπα (χλαμύδια, μυκόπλασμα, ουρεάπλασμα) που μέσω της ουρήθρας μολύνουν τα προστατικά αδένια, όπου και εκλύεται εστιακή φλεγμονή. Μέσω της δημιουργίας βιομεμβρανών που επικαλύπτουν τις αποικίες τους και λόγω της ύπαρξης ενός ιοντικού φραγμού, που δυσχεραίνει τη διάχυση αντιβιοτικών μέσα στα αδένια, τα μικρόβια προστατεύονται. Εκεί είναι δύσκολο να προσβληθούν από τους ανοσιακούς μηχανισμούς και έτσι αναπτύσσονται με έναν λανθάνοντα τρόπο. Σε εστίες έντονης φλεγμονής εναποτίθενται πρωτεΐνες οξείας φάσης, οι οποίες αλληλεπιδρούν με προϊόντα του μεταβολισμού μικροοργανισμών και δίνουν γένεση σε μικροσκοπικούς λίθους (προστατόλιθοι), που ενίοτε μπορεί να συρρέουν σχηματίζοντας νησίδες που απωθούν τον υγιή ιστό. Η δημιουργία των προστατολίθων συνεπώς ευνοεί ακόμη περισσότερο την προστασία των μικροοργανισμών στην παρυφή τους. Ο ρόλος των ιών (HPV, ιός έρπητα, ρετροϊοί) παραμένει σκοτεινός και ίσως τελικά αποδειχτεί πως έχει κλινικές προεκτάσεις. Τα τελευταία χρόνια είναι επίσης υπό έρευνα ο ρόλος των νανοβακτηρίων, ιδίως σε ασθενείς με έντονη προστατική λιθίαση.
Η εμφάνιση των συμπτωμάτων δεν συνοδεύεται απαραίτητα από ανίχνευση μικροβίων στα ούρα, το προστατικό υγρό ή το σπέρμα. Τα συμπτώματα σε μεγάλο βαθμό οφείλονται στην προσβολή και δυσλειτουργία των μυών, αγγείων και νεύρων που βρίσκονται γύρω από τον προστάτη και σε στενότατη επαφή με αυτόν. Επίσης ο τοπική ανοσιακή απάντηση του οργανισμού και η διήθηση του οργάνου από κύτταρα της κυτταρικής ανοσίας (χρόνια ιστική φλεγμονή) πολλές φορές συμβάλλει στην εμφάνιση ερεθιστικών ενοχλήσεων.

Πώς γίνεται η διάγνωση;
Η διάγνωση του συνδρόμου γίνεται με τη βοήθεια του ιστορικού του ασθενή, την κλινική εξέταση, τον απεικονιστικό και εργαστηριακό έλεγχο. Ο κλινικός έλεγχος περιλαμβάνει τη δακτυλική εξέταση του προστάτη από το ορθό, η οποία προσφέρει πολύτιμες πληροφορίες για την κατάσταση του προστάτη. Από τις απεικονιστικές εξετάσεις το υπερηχογράφημα, ιδίως από το ορθό (διορθικό υπερηχογράφημα), δίνει στο γιατρό λεπτομερή απεικόνιση της ανατομικής υφής του προστάτη και των σπερματοδόχων κύστεων, που βρίσκονται πάνω και πίσω από τον προστάτη. Πολύ συχνά ο προστάτης παρουσιάζει ανομοιογενή εικόνα με επασβεστώσεις (προστατόλιθους), αυξημένο μέγεθος (οίδημα) και διόγκωση των σπερματοδόχων κύστεων. Τα ευρήματα αυτά είναι μη ειδικά, που σημαίνει ότι μπορεί να τα συναντήσουμε και σε άλλες παθολογικές καταστάσεις (π.χ. υπερπλασία, καρκίνος). Το έγχρωμο διορθικό υπερηχογράφημα (triplex) μπορεί ακόμη να δείξει την αγγείωση του προστάτη που έχει σημασία για τη διαφορική διάγνωση των υπερηχογραφικών αλλοιώσεων. Ο εργαστηριακός έλεγχος τυπικά περιλαμβάνει μικροβιολογικό έλεγχο (άμεσο παρασκεύασμα / καλλιέργεια) των ούρων, καθώς επίσης είτε σπέρματος, είτε προστατικού υγρού, είτε και ούρων μετά από μάλλαξη του προστάτη.
Ο ουροροομετρικός και ενίοτε ο ουροδυναμικός έλεγχος έχουν επίσης θέση στη διάγνωση της νόσου. Αυτό διότι, όπως προαναφέρθηκε, οι άνδρες με χρόνια προστατίτιδα μπορεί να εμφανίζουν δυσχέρεια ούρησης (αποφρακτική ούρηση). Πιστεύουμε ότι στα νέα άτομα αυτή η απόφραξη δεν είναι ανατομική, αλλά λειτουργική λόγω σπασμού και αδυναμίας χαλάρωσης των πυελικών δομών γύρω από τον προστάτη (δυσυνεργική ούρηση). Μετά την ηλικία των 40 ετών θα πρέπει να λαμβάνονται υπόψη και τυχόν συνυπάρχουσες αλλοιώσεις καλοήθους υπερπλασίας του προστάτη, που είναι πλέον γνωστό ότι πυροδοτούνται λόγω του χρόνιου ερεθισμού του οργάνου. Δεν πρέπει επίσης να ξεχνούμε ότι ουκ ολίγες νευρολογικές παθήσεις μπορεί να εκδηλωθούν με συμπτώματα ούρησης (π.χ. πολλαπλή σκλήρυνση, παθήσεις της σπονδυλικής στήλης, νόσος Parkinson κ.α.).
Η ουρηθροσκόπηση και κυστεοσκόπηση συνήθως δεν απαιτούνται, παρά μόνον εκεί που ο γιατρός υποψιάζεται ανατομικά προβλήματα και θέλει να τα αναδείξει. Τέτοια προβλήματα είναι οι βαλβίδες και τα στενώματα της ουρήθρας και ο υπερτροφικός ή σκληρυντικός αυχένας της ουροδόχου κύστης. Στις περιπτώσεις αυτές ο γιατρός μπορεί να ζητήσει επίσης την εκτέλεση ειδικών ακτινολογικών εξετάσεων, όπως η ανιούσα ουρηθροκυστεογραφία, η κυστεοουρηθρογραφία κατά την ούρηση και η υπερηχο-ουρηθρογραφία.
Στους ασθενείς με οργασμική ή στυτική δυσλειτουργία μπορεί να ζητηθούν επιπλέον εξετάσεις όπως καταγραφή των νυκτερινών στύσεων ή έγχρωμο υπερηχογράφημα πέους σε ηρεμία και στύση.

Πώς θεραπεύεται;
Η αντιμετώπιση της χρόνια προστατίτιδας είναι εφικτή και είναι μύθος ότι δε θεραπεύεται, όπως συχνά λέγεται. Χρειάζεται όμως ο ασθενής να έχει κατά νου ορισμένες γενικές παραδοχές:
α) δεδομένου ότι οι ακριβείς αιτιοπαθογενετικοί μηχανισμοί όλων των μορφών της νόσου δεν είναι εντελώς γνωστοί, δεν υπάρχει μία και μοναδική θεραπεία για όλες τις περιπτώσεις,
β) η θεραπεία είναι συνήθως μακροχρόνια και εμπλέκει τον ίδιο τον ασθενή με αλλαγές στον τρόπο ζωής του και ανάληψη ενεργού ρόλου σε αυτή,
γ) υπάρχει πάντοτε η πιθανότητα επανεμφάνισης ενοχλήσεων (υποτροπή) σε μη προβλεπτό χρόνο,
δ) οι ενδεχόμενες ψυχικές διαταραχές των ασθενών (άγχος, κατάθλιψη, φοβίες) θα πρέπει να λαμβάνονται σοβαρά υπόψη και να αντιμετωπίζονται  σε συνεργασία με γιατρούς της αντίστοιχης ειδικότητας (ψυχίατροι/ψυχοθεραπευτές).
Σε όλους τους ασθενείς αρχικά χορηγείται αντιβίωση ευρέως φάσματος για διάστημα 2 εβδομάδων με δυνατότητα παράτασης ανάλογα με το θεραπευτικό αποτέλεσμα. Συνήθως ο γιατρός επιλέγει τις λεγόμενες κινολόνες νεώτερης γενιάς (σιπροφλοξασίνη, οφλοξασίνη, λεβοφλοξασίνη κ.α.). Οι κινολόνες διαπερνούν τον αιμοπροστατικό φραγμό και δημιουργούν ικανοποιητικές θεραπευτικές συγκεντρώσεις μέσα στα προστατικά αδένια. Στην περίπτωση που ανιχνεύονται μη ειδικά μικρόβια (χλαμύδια, μυκόπλασμα, ουρεάπλασμα) ο γιατρός μπορεί να συγχορηγήσει και μακρολίδες (κλαριθρομυκίνη, αζιθρομυκίνη, ροξιθρομυκίνη κ.α.) προκειμένου να επιτύχει πλήρη εκρίζωση των μικροβίων από το προστατικό υγρό.
Άλλα φάρμακα που μπορεί να χορηγηθούν είναι τα μη στεροειδή αντιφλεγμονώδη και τα μυοχαλαρωτικά, ιδίως στις περιπτώσεις όπου κυριαρχεί το στοιχείο του πόνου και του σπασμού του πυελικού εδάφους. Σε έντονη υποκυστική απόφραξη ο γιατρός χορηγεί και φάρμακα που βελτιώνουν τη ροή των ούρων, τους λεγόμενους α-αδρενεργικούς αποκλειστές (αλφουζοσίνη, ταμσουλοσίνη κ.α.). Βοηθητικά επίσης λειτουργούν ορισμένα φυτικά εκχυλίσματα καθώς και αντιοξειδωτικές ουσίες (κερσετίνη, γύρη, serenoa).
Στους άνδρες με χρόνιο πυελικό άλγος γενικά συνιστάται η λήψη άφθονων υγρών (κυρίως νερού και σόδας), αποχή από το αλκοόλ, αποφυγή κατανάλωσης καυτερών και ερεθιστικών τροφών (τσίλι, ταμπάσκο, μπούκοβο, πιπεριά κλπ), η θέρμανση του περινέου με θερμά λουτρά  (εδρεόλουτρα) ή θερμοφόρα, καθώς επίσης και η τακτική εκσπερμάτιση χωρίς παρατεταμένη διέγερση.
Η εκτέλεση από τον Ουρολόγο μαλλάξεων του προστάτη αποτελεί μια παλαιά πρακτική, που προσφέρει θεραπευτικό όφελος. Ενδείκνυται ιδιαίτερα στους ασθενείς με μη βακτηριακές φλεγμονές, όπου ο προστάτης διαπιστώνεται συμφορημένος και επώδυνος κατά τη δακτυλική εξέταση. Ωστόσο, επισημαίνεται ότι η μάλλαξη του προστάτη αντενδείκνυται στις οξείες (εμπύρετες) καταστάσεις και οφείλει να είναι ήπια και προσεκτική. Η βίαιη πίεση του προστάτη ενέχει τον κίνδυνο μικροβιαιμίας, τραυματισμού της ουρήθρας (κίνδυνος στενώματος) και κακώσεων του ορθού.
Η χρήση προφυλακτικού κατά τη σεξουαλική επαφή είναι ενδεδειγμένη, καθώς απομακρύνει τον κίνδυνο επαφής με νέα μικροβιακά στελέχη κατά τη διάρκεια της θεραπείας. Πρέπει να σημειωθεί ότι μολονότι δεν πρόκειται για σεξουαλικώς μεταδιδόμενο νόσημα, σε περίπτωση ενοχλήσεων της σεξουαλικής συντρόφου καλόν θα ήταν να γίνει έλεγχος αυτής από το γυναικολόγο.

Νέες θεραπείες με στόχο την απενεργοποίηση εκλυτικών σημείων πόνου μυοσκελετικής προέλευσης (trigger points) έχουν αρχίσει διεθνώς να κερδίζουν ευνοϊκή αποδοχή παρουσιάζοντας ενθαρρυντικά αποτελέσματα. Ένα τέτοιο θεραπευτικό πρωτόκολλο είναι το λεγόμενο πρωτόκολλο Stanford ή Wise-Anderson. Μπορείτε να διαβάσετε περισσότερα στο σχετικό άρθρο.

Τελευταία άρθρα από τον/την Dr. Ιωάννης Α. Ζούμπος, MD, PhD, FEBU. Χειρουργός Ουρολόγος Ανδρολόγος Θεσσαλονίκη

Περισσότερα σε αυτή την κατηγορία: « Ουρολιθίαση Επιδιδυμίτιδα »

Η ιστοσελίδα χρησιμοποιεί cookies για την ευκολία της περιήγησης.

____

Το κατάλαβα.