Εκτύπωση αυτής της σελίδας

Καρκίνος του προστάτη

Τί είναι;
Πρόκειται για τη συχνότερη μορφή μη δερματικής νεοπλασίας των ανδρών, που ευθύνεται για το 9% των θανάτων του άρρενος πληθυσμού.  Από ιστολογικής άποψης, η συνηθέστερη μορφή είναι το αδενοκαρκίνωμα του προστάτη σε ποσοστό 95%. Η περιφερική μοίρα του προστάτη αδένα αποτελεί την περιοχή όπου τα καρκινώματα αναπτύσσονται συχνότερα.

Πώς εκδηλώνεται;
Όταν η νόσος είναι εντοπισμένη στον προστάτη συμπτώματα δεν υπάρχουν και ο άνδρας αισθάνεται υγιής. Η εμφάνιση αιματουρίας, συχνουρίας, επιτακτικότητας ή δυσκολίας στην ούρηση εμφανίζονται συνήθως όταν η νόσος εμφανίζει τοπική επέκταση προς την ουρήθρα. Η πλήρης διήθηση της ουρήθρας μπορεί να έχει ως αποτέλεσμα την πλήρη αδυναμία ούρησης (επίσχεση ούρων). Πόνος στην οσφύ και γενικότερα τη σπονδυλική στήλη, τη λεκάνη, τα ισχία ή τα μακρά οστά (μηρός, βραχίονας) - ιδιαίτερα σε ασθενείς με γνωστά καρκινώματα - μπορεί να υποδηλώνει την ανάπτυξη μεταστάσεων στα αντίστοιχα οστά. Οίδημα στο ένα ή και τα δύο σκέλη υποδηλώνει την ύπαρξη πολλαπλών λεμφαδενικών μεταστάσεων στη λεκάνη, που εμποδίζουν την απαγωγή αίματος και λέμφου από τα πόδια.

Πρέπει να τονιστεί ότι στη σημερινή εποχή η πλειοψηφία των νέων διαγνώσεων τίθενται όταν η νόσος βρίσκεται σε πρώιμο στάδιο, οπότε όπως προαναφέρθηκε είναι ασυμπτωματική.

Πού οφείλεται;
Σήμερα πιστεύουμε πως η αιτιολογία του καρκίνου στον προστάτη είναι πολυπαραγοντική. Περίπου 9% όλων των καρκίνων και πάνω από 40% αυτών που διαγιγνώσκονται σε ηλικία κάτω των 50 ετών οφείλονται σε γονίδιο που εντοπίζεται στο χρωμόσωμα 1. Αυτός ο τύπος καρκίνου χαρακτηρίζεται ως “οικογενής”, ενώ οι υπόλοιποι ως “σποραδικοί”. Έχουν ενοχοποιηθεί διάφοροι διατροφικοί παράγοντες, όπως η υπερκατανάλωση λιπαρών τροφών, η έκθεση στο ραδιενεργό κάδμιο και η έλλειψη βιταμίνης D.

Πώς γίνεται η διάγνωση;
Η διάγνωση της πάθησης στηρίζεται σήμερα στην προληπτική κλινική εξέταση, που συνιστάται να γίνεται μετά την ηλικία των 50 ετών, και στον προσδιορισμό του Προστατικού Ειδικού Αντιγόνου (Prostatic Specific Antigen, PSA) στο αίμα. Η κλινική εξέταση στηρίζεται κατά βάση στη δακτυλική εξέταση του προστάτη από το ορθό. Ο Ουρολόγος μπορεί ψηλαφώντας τον προστάτη να αντιληφθεί την ανάπτυξη ανώμαλων, σκληρών και ανομοιογενών περιοχών που μπορεί να θεωρηθούν ύποπτες. Το PSA είναι μια γλυκοπρωτεΐνη που παράγεται από τα αδενικά κύτταρα του προστάτη και είναι υπεύθυνη για τη ρευστοποίηση το σπέρματος. Όταν αυξάνει η παραγωγή της (φλεγμονή, υπερπλασία, καρκίνος), αρχίζει να ανιχνεύεται και στο αίμα σε υψηλές συγκεντρώσεις.  Σε αυτό το σημείο πρέπει να τονιστεί πως το PSA είναι ένας δείκτης προστατικής νόσου και όχι κατ' ανάγκη καρκίνου. Δηλαδή αν κάποιος έχει καρκίνο του προστάτη, το PSA θα είναι αυξημένο, αλλά όχι κατ' ανάγκη και το αντίστροφο. Το ανώτατο φυσιολογικό όριο των 4 ng/ml σήμερα αμφισβητείται. Υπάρχουν άνδρες με υψηλότερες τιμές που δεν έχουν καρκίνο και άνδρες με χαμηλότερες που νοσούν.

Ο Ουρολόγος είναι εκείνος που οφείλει να εκτιμήσει την κατάσταση και να προβεί στη διάγνωση. Για να οδηγηθεί σε αυτήν θα καταφύγει στο διορθικό υπερηχογράφημα και την κατευθυνόμενη βιοψία του προστάτη από το ορθό. Η βιοψία του προστάτη είναι ελάχιστα επεμβατική, ανώδυνη και με χαμηλή συχνότητα επιπλοκών. Οι κυριότερες είναι η αιματουρία, η ουρολοίμωξη και η επίσχεση των ούρων. Μερικές φορές χρειάζεται δεύτερη ή και περισσότερες βιοψίες προκειμένου να παρακεντηθεί ο καρκίνος και να τεθεί οριστικά η διάγνωση. Προκειμένου να διερευνηθεί η ενδεχόμενη ύπαρξη μεταστάσεων ο Ουρολόγος μπορεί επιλεκτικά να ζητήσει τη διενέργεια αξονικής τομογραφίας και σπινθηρογραφήματος των οστών.

Πώς θεραπεύεται;
Όταν ο ασθενής έχει PSA λιγότερο από 20 ng/ml, δεν παρουσιάζει μεταστάσεις, είναι υγιής και σε ηλικία κάτω των 75 ετών μπορεί να ιαθεί με την εκτέλεση ριζικής προστατεκτομής. Η επέμβαση συνίσταται στην ολοκληρωτική εξαίρεση του προστάτη, των σπερματοδόχων κύστεων και πυελικών λεμφαδένων και στη συνέχεια στην αναστόμωση κύστης και ουρήθρας. Η επέμβαση μπορεί να εκτελεστεί με ανοικτή προσπέλαση, λαπαροσκοπικά ή και ρομποτικά (σύστημα DaVinci). Βασικές επιπλοκές των επεμβάσεων είναι η ακράτεια ούρων (10%), η στυτική δυσλειτουργία (80%-90%) και στενώματα ουρήθρας (5%). Ο ασθενής μετά την επέμβαση παρακολουθείται δια βίου με προσδιορισμό του PSA ορού, αρχικά ανά τρίμηνο και στη συνέχεια ανά εξάμηνο.

Άλλες εναλλακτικές λύσεις για τον εντοπισμένο στον προστάτη καρκίνο είναι η απλή παρακολούθηση, εφόσον ο ασθενής είναι δεκτικός και όγκος καλής διαφοροποίησης, καθώς και η ακτινοθεραπεία ή η βραχυθεραπεία. Για τον μεταστατικό καρκίνο πρώτη επιλογή είναι η ορμονοθεραπεία, που συνίσταται στην φαρμακευτική αποστέρηση ανδρογόνων (ευνουχισμός).

Τελευταία άρθρα από τον/την Dr. Ιωάννης Α. Ζούμπος, MD, PhD, FEBU. Χειρουργός Ουρολόγος Ανδρολόγος Θεσσαλονίκη